σκυλεύω

σκυλεύω
ΝΑ [σκῡλον]
1. απογυμνώνω νεκρό στρατιώτη και παίρνω τα όπλα του (α. «συνόδευαν τη μονάδα και σκύλευαν τους σκοτωμένους» β. «σκυλεύσας τοὺς Ἀργείους νεκροὺς καὶ προσφορήσας τὰ ὅπλα πρὸς τὸ ἑωυτοῡ στρατόπεδον», Ηρόδ.)
2. διαρπάζω, λαφυραγωγώ (α. «παρακολουθούν από μακριά και τη νύχτα σκυλεύουν» β. «ἀπό τε τῶν κειμένων νεκρῶν ἐσκύλευον ψέλιά τε καὶ στρεπτοὺς καὶ τοὺς ἀκινάκας», Ηρόδ.)
νεοελλ.
αφαιρώ («τη νιότη και την ομορφιά σου ατόφια σαν τα 'χει ο νους σιγά σιγά σκυλέψει», Ζερβ.)
αρχ.
1. ξεγυμνώνω, γδύνω κάτι ή κάποιον («ἀμφίσβαιναν δέρματος σκυλεύειν», Νίκ.)
2. (κατά τον Ησύχ.) «σκυλεύσας
αἰχμαλωτίσας».

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • σκυλεύω — σκυλεύω, σκύλεψα και σκύλευσα βλ. πίν. 17 , βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σκυλεύω — σκῡλεύω , σκυλεύω strip pres subj act 1st sg σκῡλεύω , σκυλεύω strip pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλεύω — σκύλευσα 1. διαρπάζω τα ενδύματα και τα όπλα εχθρού που έχει σκοτωθεί: Σκύλευσαν τους νεκρούς. 2. λεηλατώ, λαφυραγωγώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκυλεύετε — σκῡλεύετε , σκυλεύω strip pres imperat act 2nd pl σκῡλεύετε , σκυλεύω strip pres ind act 2nd pl σκῡλεύετε , σκυλεύω strip imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλεύσει — σκύλευσις fem nom/voc/acc dual (attic epic) σκυλεύσεϊ , σκύλευσις fem dat sg (epic) σκύλευσις fem dat sg (attic ionic) σκῡλεύσει , σκυλεύω strip aor subj act 3rd sg (epic) σκῡλεύσει , σκυλεύω strip fut ind mid 2nd sg σκῡλεύσει , σκυλεύω strip… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλεύσουσι — σκῡλεύσουσι , σκυλεύω strip aor subj act 3rd pl (epic) σκῡλεύσουσι , σκυλεύω strip fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) σκῡλεύσουσι , σκυλεύω strip fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλεύσουσιν — σκῡλεύσουσιν , σκυλεύω strip aor subj act 3rd pl (epic) σκῡλεύσουσιν , σκυλεύω strip fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) σκῡλεύσουσιν , σκυλεύω strip fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλεύσω — σκῡλεύσω , σκυλεύω strip aor subj act 1st sg σκῡλεύσω , σκυλεύω strip fut ind act 1st sg σκῡλεύσω , σκυλεύω strip aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλεύσῃ — σκυλεύσηι , σκύλευσις fem dat sg (epic) σκῠλεύσῃ , σκύλλω torn fut part act fem dat sg (epic ionic) σκυλάω pres part act fem dat sg (epic ionic) σκῡλεύσῃ , σκυλεύω strip aor subj mid 2nd sg σκῡλεύσῃ , σκυλεύω strip aor subj act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσκυλευμένα — ἐσκῡλευμένα , σκυλεύω strip perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐσκῡλευμένᾱ , σκυλεύω strip perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐσκῡλευμένᾱ , σκυλεύω strip perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”